Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

Ράδιο Κόσμος Ζάντε Σεπτεμβρίου 10, 2019

Ο αιφνίδιος θάνατος του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα σε ηλικία 63 ετών σοκάρει και γεμίζει θλίψη την ελληνική μουσική σκηνή στην οποία άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του. Ξεκινώντας από το συγκρότημα Τερμίτες αρχές της δεκαετίας του 1980 για να ακολουθήσει την προσωπική του σταδιοδρομία το 1989, ως συνθέτης και ερμηνευτής. Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1956 στη Νέα Ιωνία του Βόλου. Από πολύ μικρή ηλικία ήρθε σε επαφή με την μουσική. Αργότερα θα εργαστεί χειρωνακτικά στην αποθήκη δισκογραφικής εταιρείας, από την οποία κατά σύμπτωση θα κυκλοφορήσει το πρώτο του αγγλόφωνο άλμπουμ το 1978, με τους P.L.J. Band, το οποίο είχε τίτλο «Gaspar» και ήταν ένας EP δίσκος 45 στροφών. Ακολουθούν διάφορες δουλειές, ενώ μετά τη στρατιωτική του θητεία αρχίζει να τραγουδάει αντάρτικα με τον Πάνο Τζαβέλα στη «Συντροφιά». Σε ηλικία 20 ετών δημιουργεί με τον Παύλο Κικριλή και τον Τάκη Βασαλάκη το συγκρότημα P.L.J. Το 1983 οπότε και κυκλοφορεί ο δεύτερος δίσκος του συγκροτήματος, το τελευταίο μετονομάζεται σε «Τερμίτες», όνομα που παραπέμπει στους Beatles (σκαθάρια). Το 1989 ξεκινά η προσωπική του σταδιοδρομία ως συνθέτης και ερμηνευτής.

Αντώνης Βαρδής

Ράδιο Κόσμος Ζάντε  Σεπτεμβρίου 2, 2019
<

Στις 2 Σεπτεμβρίου συμπληρώνονται πέντε χρόνια από την ημέρα όπου ο Αντώνης Βαρδής έφυγε από τη ζωή, με την ελληνική μουσική να γίνεται φτωχότερη. Συνθέτης, τραγουδιστής, στιχουργός και κιθαρίστας, αποτέλεσε ένα σημαντικό κεφάλαιο στο μουσικό τοπίο της χώρας. Γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1948, στο Μοσχάτο. Σε ηλικία έξι ετών φέρεται να γνώρισε τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου και τον Γιώργο Ζαμπέτα και τη Ρένα Ντάλια στο νυχτερινό μαγαζί “Φαληρικό” όπου και τραγούδησε για πρώτη φορά. Για βιοποριστικούς λόγους, το 1955, δούλεψε δίπλα στο συνθέτη και δεξιοτέχνη στο μπουζούκι Μανώλη Χιώτη, στη “Γωνιά της Αθήνας” στην Πλάκα. Λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης της οικογένειας του δεν πήγε στο γυμνάσιο αλλά ξεκίνησε να εργάζεται από μικρός. Ξεκίνησε να παίζει ερασιτεχνικά κιθάρα με τους Γιάννη Πανταζή και Γιώργο Πανταζή και δημιούργησαν το ροκ συγκρότημα Vikings. Το συγκρότημα είχε πολλές αλλαγές μελών στην σύνθεση του με τον Βαρδή και τον Μυλωνά να είναι τα μόνα σταθερά μέλη. Σταδιακά η δραστηριότητα τους έγινε επαγγελματική. Από το 1969, ξεκίνησε να εργάζεται ως κιθαρίστας σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ συμμετείχε ως μουσικός σε ηχογραφήσεις, συνεργαζόμενος με σημαντικούς συνθέτες τόσο του έντεχνου όπως ο Δήμος Μούτσης, ο Γιάννης Σπανός και ο Μάνος Λοΐζος, όσο και του λαϊκού όπως ο Χρήστος Νικολόπουλος και ο Θανάσης Πολυκανδριώτης. Παράλληλα ξεκίνησε να γράφει τραγούδια, τα οποία όμως δεν ηχογραφούσε. Το 1976 συνέθεσε και ερμήνευσε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο “Οραματίζομαι” σε στίχους του Γιάννη Αθανασιάδη. Το άλμπουμ δε γνώρισε επιτυχία και ο Αντώνης Βαρδής για ένα διάστημα αποτραβήχτηκε από τη σύνθεση απογοητευμένος. Επέστρεψε το 1978 με τραγούδια με πιο εμπορικό προσανατολισμό, γράφοντας για τους Γιάννη Πουλόπουλο, Γιάννη Πάριο, Δήμητρα Γαλάνη, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Βασίλη Παπακωνσνταντίνου και άλλους καλλιτέχνες. Πολύ σημαντικός στάθηκε για τον Αντώνη Βαρδή ο προσωπικός δίσκος του “Στην Ελλάς του 2000” (1995). Στα επόμενα χρόνια ο Βαρδής συνεργάστηκε με πολλούς παλιούς και νεότερους τραγουδιστές όπως η Καίτη Γαρμπή, ο Αντώνης Ρέμος ο Στέλιος Ρόκκος, η Μελίνα Ασλανίδου, ο Γιάννης Πλούταρχος, η Γλυκερία, η Νατάσα Θεοδωρίδου, η Πέγκυ Ζήνα, ο Νίκος Βέρτης και πολλοί άλλοι. Το 2013, ο Αντώνης Βαρδής διαγνώστηκε με καρκινικό όγκο στο κεφάλι και ξεκίνησε αγώνα για να κρατηθεί στη ζωή. Απεβίωσε στις 2 Σεπτεμβρίου του 2014, αφήνοντας πίσω του μία καλλιτεχνική παρακαταθήκη βαρύνουσας σημασίας.

Νίκος Ξυλούρης

Ράδιο Κόσμος Ζάντε  Ιούλιου 7, 2019

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Νίκος Ξυλούρης. Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν γνωστός και με το παρατσούκλι Ψαρονίκος ή τον τιμητικό χαρακτηρισμό «Αρχάγγελος της Κρήτης». Γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1936, στο ορεινό χωριό Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου της Κρήτης από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες. Στα πέντε του χρόνια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του, ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης. Αδέλφια του είναι οι επίσης γνωστοί μουσικοί της κρητικής μουσικής, Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης) και Γιάννης Ξυλούρης (Ψαρογιάννης). Η λύρα Σε νεαρή ακόμα ηλικία, με τη βοήθεια του δασκάλου του, κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να του αγοράσει την πρώτη του λύρα και πολύ γρήγορα άρχισε να παίζει σε γάμους και πανηγύρια. Στα 17 αποφάσισε να μετακομίσει στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο “Κάστρο”. Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη “μόδα” της ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν. Τα έσοδά του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές. Η γνωριμία του με την Ουρανία Μελαμπιανάκη οδήγησε στο γάμο τους, στις 21 Μαΐου 1958, και τον ίδιο Σεπτέμβρη μετακόμισαν στο Ηράκλειο Κρήτης. Σιγά σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει. Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστός και το Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο “Μια μαυροφόρα που περνά”. Ο δίσκος αγαπήθηκε από το κοινό κι έτσι ο Νίκος ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών. Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του Γιώργος (ο οποίος σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα το 2015) και το 1966 η κόρη του Ρηνιώ. Τη χρονιά της γέννησης της κόρης του κέρδισε και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι. Την επόμενη χρονιά άνοιξε στο Ηράκλειο το μουσικό κέντρο “Ερωτόκριτος” και πλέον δεν ανησυχούσε για την επιβίωσή του. Το 1969 ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία το δίσκο “Ανυφαντού” και λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε και πάλι σε Αθηναϊκό μουσικό κέντρο. Οι καταστάσεις, όμως, είχαν ωριμάσει πλέον και ο κόσμος τον υποστήριζε περισσότερο. Έτσι, μετακόμισε και πάλι στην Αθήνα. Εκεί γνώρισε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό, ο οποίος αποφάσισε να τον συστήσει στον Γιάννη Μαρκόπουλο και έτσι ξεκίνησε μια λαμπρή συνεργασία, με το δίσκο “Χρονικό” και τα “Ριζίτικα”. Παράλληλα, γνωρίστηκε με τον διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας Columbia και έγιναν κουμπάροι. Για το ποιος «ανακάλυψε» το Νίκο Ξυλούρη, τα λεγόμενα της συζύγου του, κυρίας Ουρανίας Ξυλούρη, – όπως δημοσιεύτηκαν σε σχετικά αφιερώματα των περιοδικών «Δίφωνο» και «Μονογραφίες» – διαφέρουν από την ιστορία που συνήθως επικρατεί σε αρκετές βιογραφίες του Νίκου Ξυλούρη: Ότι δηλαδή τον ανακάλυψε ο Ερρίκος Θαλασσινός και τον ανέδειξε ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Η ανάδειξη του Ξυλούρη οφείλεται στο τραγούδι του «Ανυφαντού» και το πρόσωπο που τον ανακάλυψε και τον ανέδειξε ήταν ο διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας Columbia, Τάκης Λαμπρόπουλος, ο οποίος τον ηχογράφησε σε ένα γαμήλιο γλέντι στα Ανώγεια κι έστειλε την κασέτα στον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο που βρισκόταν τότε στο Παρίσι, προκειμένου να ακούσει τη φωνή του Ανωγειανού λυράρη. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι ο Λαμπρόπουλος πήγε στην Κρήτη όπου ανακάλυψε μια σπουδαία και σημαντική φωνή. Από εκεί πληροφορήθηκε ο Γιάννης Μαρκόπουλος για το Νίκο Ξυλούρη και του πρότεινε τα τραγούδια του «Χρονικού». Προηγουμένως, ο Μαρκόπουλος είχε δοκιμάσει τις φωνές του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Μαρίας Φαρανούρη, που όπως φαίνεται δεν τον ικανοποίησαν, μέχρι που γνώρισε τον Ξυλούρη και του εμπιστεύτηκε μερικά από τα τραγούδια του “Χρονικού”. Το 1971 ξεκίνησε κοινές εμφανίσεις με το Γιάννη Μαρκόπουλο στη μπουάτ “Λήδρα” και η φωνή του έγινε σύμβολο της αντίστασης. Εκείνα τα χρόνια συνεργάστηκε στενά με τον Θρακιώτη τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια στις μπουάτ της Πλάκας και σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1973 τραγούδησε στο θεατρικό έργο «Το μεγάλο μας τσίρκο» με πρωταγωνιστές τον Κώστα Καζάκο και τη Τζένη Καρέζη στο θέατρο “Αθήναιον”. Η μουσική ήταν του Σταύρου Ξαρχάκου. Στην ακμή της καριέρας του, ο Νίκος Ξυλούρης αντιλήφθηκε ότι έχει καρκίνο και πιο συγκεκριμένα όγκο στους πνεύμονες με μετάσταση στον εγκέφαλο. Μετά από μεγάλο αγώνα, πολλαπλές εγχειρήσεις και αρκετή ταλαιπωρία έχασε τη μάχη στο Αντικαρκινικό Πειραιώς στις 8 Φεβρουαρίου 1980, σε ηλικία μόλις 43 χρονών. Με τη φωνή και το ήθος του σημάδεψε τα χρόνια της χούντας, την αντίσταση σε αυτήν, αλλά και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Όπως ο ίδιος έλεγε μετά τη μεταπολίτευση, αναφερόμενος στους ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας “εγώ τους ίδιους ανθρώπους έβλεπα να κανονίζουν επί χούντας, τους ίδιους βλέπω και τώρα”. Ο Νίκος Ξυλούρης είναι ενταφιασμένος στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών.

Νίκος Παπάζογλου

Ράδιο Κόσμος Ζάντε  Απριλίου 17, 2019

Ο Νίκος Παπάζογλου ήταν κάτι καινούριο, φρέσκο και αναζωογονητικό για την ελληνική μουσική σκηνή, αποτελώντας πηγή έμπνευσης για τους μεταγενέστερους. Ο Νίκος Παπάζογλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Μαρτίου 1948. Το πρώτο συγκρότημα στο οποίο διακρίθηκε σαν κιθαρίστας και τραγουδιστής ήταν οι «Ronnie and Those», που σχηματίστηκαν στη Θεσσαλονίκη στα μέσα του 1965. Στη συνέχεια πέρασε από τους Olympians, παίρνοντας τη θέση του Πασχάλη που υπηρετούσε την πατρίδα τότε, και τους Zealot. Το 1975 τραγουδούσε στη «Ρέμβη». Ήταν μία κοσμική ταβέρνα της Θεσσαλονίκης, όπου είχε σχηματίσει ορχήστρα και τραγουδούσε μέχρι τα μεσάνυχτα τραγούδια για χορό. Τα πρώτα τραγούδια που έγραψε, τα «Είναι Αργά» και «Γαλάζια Θάλασσα», τα τραγούδησε ο Πασχάλης. Αργότερα και για πολλά χρόνια, ο Νίκος Παπάζογλου συνεργάστηκε με τους Διονύση Σαββόπουλο, Μανώλη Ρασούλη και Νίκο Ξυδάκη. Έγινε ευρέως γνωστός με το δίσκο του Μανώλη Ρασούλη, «Η Εκδίκηση της Γυφτιάς». Σε δύο τραγούδια η μουσική είναι του Παπάζογλου, ενώ τους στίχους στο «Μπαγλαμαδάκι» («Κανείς Εδώ Δεν Τραγουδά») υπογράφει ο Τάκης Σιμώτας. Από την παραγωγή αυτή του Σαββόπουλου, μαθαίνουμε ότι το παρατσούκλι του ήταν «push-pull», λόγω των τεχνικών του γνώσεων. Η πρώτη αντιμετώπιση του δίσκου από κοινό και κριτικούς ήταν «χλιαρή», στο πέρασμα των χρόνων όμως η «Εκδίκηση της Γυφτιάς» καταξιώθηκε και καθιέρωσε το Νίκο Παπάζογλου στη συνείδηση του κοινού. Το ελληνικό τραγούδι εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε δημιουργική αναταραχή και ο Νίκος Παπάζογλου δεν ακολούθησε τα μονοπάτια των προηγούμενων. Ήταν πραγματικά κάτι καινούριο, φρέσκο και αναζωογονητικό για την ελληνική μουσική σκηνή. Ο δημιουργός Παπάζογλου έγινε πηγή έμπνευσης για πολλούς μεταγενέστερους.Η σχέση του Νίκο Παπάζογλου με τη μουσική δεν περιορίστηκε μόνο στους στίχους, τη μουσική και την ερμηνεία, καθώς ασχολούνταν με κάθε στάδιο της παραγωγής. Στήριξε αρκετούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα στα πρώτα τους βήματα μέσα από το στούντιό του, το «Αγροτικόν», στη Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος Παπάζογλου συμμετείχε σε πολλούς δίσκους που δημιουργήθηκαν σε αυτό το στούντιο, ως παραγωγός, ηχολήπτης, ενορχηστρωτής και μουσικός. Το «στούντιο αποτέλεσε έναν πυρήνα όπου μαζεύονταν όλοι και πρόσφεραν ιδέες και παιξίματα», όπως είχε δηλώσει ο ίδιος. Παράλληλα, δημιούργησε το δικό του label στη δισκογραφία, το «Στρογγυλοί δίσκοι», με σκοπό να αναδειχθούν μέσα από αυτό νέα ταλέντα «για ανανεώνεται ο χώρος».Το «Αγροτικόν» έκλεισε μετά από 30 χρόνια λειτουργίας και ο Νίκος Παπάζογλου ξεκίνησε να φτιάξει στο σπίτι του στα Νικειά της Νισύρου ένα νέο στούντιο, το «Νησιωτικόν». Χαρακτηριστικό του Νίκου Παπάζογλου ήταν το κόκκινο μαντήλι που φορούσε στο λαιμό σε όλες του τις εμφανίσεις. Άρχισε να το φορά στη μοτοσυκλέτα, για να μην καρφώνονται μέλισσες στο λαιμό. Του έμεινε και έγινε σήμα κατατεθέν. Ο Νίκος Παπάζογλου πέθανε από καρκίνο στις 17 Απριλίου 2011, λίγο καιρό μετά το θάνατο του συνεργάτη του, Μανώλη Ρασούλη.

Δημήτρης Μητροπάνος

Ράδιο Κόσμος Ζάντε Απριλίου 17, 2019

Ο Δημήτρης Μητροπάνος ανήκει στους καλλιτέχνες που έχουν επιβεβαιώσει ότι ακόμη με τον ακατανίκητο θάνατο, δε μας εγκαταλείπουν ποτέ. Παραμένει άσβεστη η αγάπη που τρέφουν οι ακροατές για το πρόσωπο και τραγούδια του, φιγούρες που σφράγισαν το μουσικό στερέωμα. Ο αξεπέραστος και αξέχαστος καλλιτέχνης έδωσε υπόσταση στον όρο «καλό λαϊκό τραγούδι» κατά μήκος των τεσσάρων δεκαετιών της διαδρομής του, πλουτίζοντας την ελληνική μουσική με αθάνατες δημιουργίες. Έφτασε εκεί όπου οι ψυχές διψούσαν και της ξεδίψασε με το πολύτιμο μέταλλο της ερμηνείας του, σαν ένα εκτυφλωτικό φως, μεταδίδοντας ακέραια τα συναισθήματα και το χαρακτηριστικό πάθος. Σχεδόν κάθε δισκογραφική δουλειά του έχει αποτελέσει ένα σημείο – σταθμό για την ελληνική δισκογραφία. Ο λαοφιλής βάρδος του λαϊκού τραγουδιού ερμήνευσε σπουδαία τραγούδια που εμπνεύστηκαν ως επί το πλείστον σημαντικοί δημιουργοί του μουσικού στερεώματος. Δεν υπερέκθεσε ποτέ τον εαυτό του και κάθε βήμα του γινόταν με προσοχή, όταν μόνο είχε πραγματικά κάτι να πει και να τραγουδήσει, κάνοντας πράξη τραγούδια που θα μας ακολουθούν για πάντα. Χάρη στην προσφορά και τη διαχρονικότητά του έχει κατακτήσει την αθανασία στις μνήμες και στις προτιμήσεις, διαθέτοντας ένα απαράμιλλο εύρος και μία ασύγκριτη ποιότητα ρεπερτορίου. Σε μία εποχή όπου το λαϊκό τραγούδι ξεκίνησε ταλαίπωρες περιπλανήσεις και αναζητήσεις, ο Δημήτρης Μητροπάνος πρόταξε τη δύναμη της ερμηνείας του σε εξέχουσες δισκογραφικές συνευρέσεις. Συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Δήμο Μούτση, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Γιώργο Χατζηνάσιο, τον Μάριο Τόκα, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Στέφανο Κορκολή, τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και άλλους σημαντικούς συνθέτες, για να γίνει υπαίτιος για τα ομορφότερα και πλέον διαχρονικά τραγούδια. Τραγούδια που ήταν ανεξάρτητα από τις καταβολές του παρελθόντος και του τότε παρόντος. Φαντάζει πλέον δύσκολο να βρει κανείς τις κατάλληλες λέξεις προκειμένου να περιγράψει όσα έχει κατορθώσει ο Δημήτρης Μητροπάνος. Σημαίνει πολλά το γεγονός ότι έξι χρόνια μετά την απώλειά του συνεχίζει να είναι ιδιαίτερα αγαπημένος στις τάξεις των ακροατών. Πόσο δύσκολο είναι για έναν καλλιτέχνη να παραμείνει πιστός στις ρίζες και στις αξίες του και ταυτόχρονα να μη σταματήσει ποτέ να εξελίσσεται; Ο Δημήτρης Μητροπάνος το έκανε να μοιάζει εύκολο, παίζοντας με τις μουσικές φόρμες και βρίσκοντας πάντα ενδιαφέροντες δρόμους για να κινηθεί, με όλα του τα πειράματα να κρίνονται επιτυχημένα. Έχει κατακτήσει αυτοδικαίως μία θέση στο πάνθεον του ελληνικού τραγουδιού, τουλάχιστον ως ένας από τους σημαντικότερος τραγουδιστές που γνώρισε ο τόπος. Η επιθυμία του κοινού να απολαμβάνει διαρκώς την ηλεκτρισμένη φωνή και τα αξέχαστα τραγούδια του Δημήτρη Μητροπάνου είναι ακόρεστη. Η μοναδική “αυθαιρεσία” που τον διέκρινε επί σκηνής, απελευθερωμένος από τους κώδικες του στούντιο, έβγαζε ολόκληρη τη δύναμη της ψυχής και της φωνής του, που απουσιάζουν έντονα από το μουσικό τοπίο μαζί με τη σεμνότητα και τη διαφορετικότητά του. Ένας καλλιτέχνης με ήχο ζωντανό, επιθετικό και ηλεκτρικό, σαν ύμνος στην ίδια τη ζωή. Ο Δημήτρης Μητροπάνος αποτελούσε μία εξέγερση μέσα από τη και μέσα στη μουσική. Μία μουσική που μας χωράει όλους, συμπυκνώνοντας εμπειρίες, μυστικές διαδρομές και αφανέρωτες δυνάμεις. Μία φωνή με απίστευτη έκταση, ικανή για ένταση και μεγάλες νότες, που συμπλήρωνε από την άλλη πλευρά μία κρυμμένη ευαισθησία. Μία φωνή ανατρεπτική που ταξιδεύει ακαριαία στα τοπία της ψυχής, αλλάζει χίλια πρόσωπα και όμως ηχεί οικεία, σαν το χτύπο της καρδιάς. Ένα μεγαλείο ανθρώπου με άποψη και ευαισθησίες, που μοιράστηκε κοινές ανησυχίες με τον κόσμο. Μία προσωπικότητα αντάξια της πορείας και του ονόματός του. Ο Δημήτρης Μητροπάνος «έφυγε» αιφνιδίως στις 17 Απριλίου 2012. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να σαγηνεύει, να προσφέρει στιγμές και συναισθήματα μέσα από το καταπίστευμα των ασύγκριτων ερμηνειών του και να διατηρείται ζωντανός με αυτές (και με το αριστοκρατικό του ζεϊμπέκικο) στις αναμνήσεις και στις προτιμήσεις μας.